επεγκελεύω

ἐπεγκελεύω (AM)
1. παρακινώ, παροτρύνω κάποιον σε κάτι («ἀλλ' οὖν ἐπεγκέλευέ γ' ὡς εὐψυχίαν... κτησώμεθα», Ευρ.)
2. μέσ. επεγκελεύομαι
διατάσσω, συνιστώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + εγκελεύω «προτρέπω, παρακινώ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεγκελεύσεις — ἐπεγκελεύω give an order aor subj act 2nd sg (epic) ἐπεγκελεύω give an order fut ind act 2nd sg ἐπεγκελεύω give an order aor subj act 2nd sg (epic) ἐπεγκελεύω give an order fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεγκέλευε — ἐπεγκελεύω give an order pres imperat act 2nd sg ἐπεγκελεύω give an order pres imperat act 2nd sg ἐπεγκελεύω give an order imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) ἐπεγκελεύω give an order imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεγκελευόμενος — ἐπεγκελεύω give an order pres part mp masc nom sg ἐπεγκελεύω give an order pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεγκελεύειν — ἐπεγκελεύω give an order pres inf act (attic epic) ἐπεγκελεύω give an order pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κελεύω — (ΑΜ κελεύω) παραγγέλλω, διατάζω, προστάζω νεοελλ. (για νόμους) θεσπίζω, ορίζω, καθορίζω («θα κάνω ό,τι κελεύει ο νόμος») αρχ. 1. (αντίθ. τού επιτάττω) ζητώ, ικετεύω, παρακαλώ 2. (για ανώτερον προς κατώτερον) επιβάλλω κάτι σε κάποιον, δίνω εντολή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.